ΙΔΡΥΜΑ ΦΩΤΕΙΝΟΥ
     
 
     

Βιογραφικό Διαθέτη

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΧΩΡΙΟΥ ΤΗΣ 30-7-2005

Α.- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΚΩΝ. ΑΝΤ. ΦΩΤΕΙΝΟΥ.

Το παρόν σημείωμα στηρίζεται αποκλειστικά σε έγγραφα στοιχεία που υπάρχουν στα αρχεία του κληροδοτήματος ή των Υπουργείων ΕΣΩΤΕΡΙΚΏΝ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ, τα οποία δεν έχουν όμως πλήρως ερευνηθεί ελλείψει χρόνου. Ευελπιστούμε στο επόμενο μνημόσυνο του διαθέτη μας να έχουμε πολύ περισσότερα στοιχεία, από κάθε δυνατή επίσημη πηγή, και τέτοιες έχουν εντοπισθεί μερικές, που πιθανόν να μας βοηθήσουν. Κάθε άλλη αναφορά στο παρόν, που προέρχεται από προφορική παράδοση, ή από άλλα στοιχεία μη τεκμηριωμένα απόλυτα, θα αναφέρεται με την σημείωση της επιφύλαξης αυτής.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ ήταν γιος, του ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΛΥΚΑΚΗ, γεωργού, κάτοικου Πλάτης, έγγαμου και της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΛΑΔΩΜΕΝΟΥ, αγρότισσας και άγαμης. Κατά έγγραφη δήλωση του ίδιου η ημερομηνία γέννησης του είναι η 21 Μαΐου, γι΄ αυτό και πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Η ημερομηνία αυτή είναι η ίδια με την ημερομηνία εισόδου των Τούρκων στο Λασίθι, μέσω Γερακιανής και Πλατιανής λαγκάδας και της ολοσχερούς καταστροφής και κάψιμο του χωριού μας και του υπόλοιπου Λασιθίου, υπό την ηγεσία του ΙΣΜΑΗΛ ΦΕΡΙΚ ΠΑΣΑ από το Ψυχρό, αδελφού του ΑΝΤ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ, άλλου μεγάλου ευεργέτη του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για το πώς πήρε το επώνυμο ΦΩΤΕΙΝΟΣ. Από προφορικά στοιχεία από την αδελφή του ΑΝΝΑ ΑΝΤ. ΚΑΛΥΚΑΚΗ, πρεσβυτέρα του παπά ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΧΡΟΝΑΚΗ, και γιαγιά μου, δεν τον αναγνώρισε επίσημα ο πατέρας του, και σαν επώνυμο έλαβε το όνομα της μητέρας του.
Δεν βρίσκεται γραμμένος στα μητρώα αρρένων του τότε δήμου Ψυχρού, επειδή κατά γραπτή δήλωση του ίδιου, αυτά πρωτοσυντάχθηκαν όταν ήταν υπάλληλος στα Χανιά και εκεί ανεγράφη στα μητρώα του Δήμου Χανίων, με αύξοντα αριθμό 1080 και έτος γέννησης το 1867 και τόπο γέννησης την Πλάτη Λασιθίου.
Σε επίσημα έγγραφα τον συναντούμε πρώτη φορά, ως μαθητή της τρίτης τάξης του τετρατάξιου γυμνασίου Νεαπόλεως Λασιθίου το 1884, όπου αναφέρεται σε πιστοποιητικό του σχολείου, ότι <<…ο εκ του χωρίου Πλάτης της Επαρχίας Λασιθίου μαθητής, Κωνς. Αντ. Φωτεινός, ετών 17, πατρός γεωργού, ενεγράφη κατά το σχολικό έτος 1884-1885 εν ταις μαθητείες της τρίτης τάξεως του Γυμνασίου τούτου, αλλ’ απεφοίτησε μόλις εγγραφείς.>>. Σε έγγραφη δήλωση του ίδιου αναφέρεται: <<Συνεπεία ασθενείας ήναγκάσθειν να παραιτηθώ της περαιτέρω μορφώσεώς μου.>> ενώ σε δύο νεώτερα και διαφορετικά φύλα του δημοσιοϋπαλληλικού μητρώου του, φαίνεται στο ένα ως απόφοιτος Βης τάξης τετρατάξιου Γυμνασίου, στο άλλο σαν απόφοιτος παλαιού τετρατάξιου Γυμνασίου.
Άξιο μνήμης τυχαίνει το γεγονός ότι μέχρι το 1879, σχολάρχης του περίφημου τότε αυτού γυμνασίου ήταν ο αδελφός της μάνας του, αρχιμανδρίτης τότε ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΛΑΔΩΜΕΝΟΣ απόφοιτος της ιεράς σχολής της Χάλκης, και μετέπειτα επίσκοπος Αρκαδίας (1879-1887) και στην συνέχεια Κυδωνίας και Αποκορώνου (1887-1912) ο οποίος προσέφερε πολλά στην μόρφωση και ανάδειξη πολλών νέων του χωριού μας τότε, και για τον οποίον θα κάνουμε εκτενή αναφορά του χρόνου στο κοινό ετήσιο μνημόσυνο ΦΩΤΕΙΝΟΥ και ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ με περισσότερα στοιχεία για την ζωή και την δράση του.
Το 1886 πάντως συναντούμε τον Κ. ΦΩΤΕΙΝΟ, δάσκαλο στους Ποτάμους Λασιθίου, για ένα σχολικό έτος, σε ηλικία 19 ετών, διορισμένο από την Τουρκική διοίκηση, όπως προκύπτει από βεβαίωση του Γραφείου Μοναστηριακής Επιτροπής Λασιθίου, βάση του αρχείου της Χριστιανικής Τμηματικής Εφορίας Λασιθίου.
Το 1889, άγνωστο πως βρίσκεται στα Χανιά όπου και ο θείος του αδελφός της μητέρας του, όπου βρίσκεται επίσης και η μητέρα του στην υπηρεσία του αδελφού της, ως νοικοκυρά στο σπίτι του. Δεν είναι γνωστό όμως το πότε ακριβώς πήγε. Ούτε με τι ασχολήθηκε. Πιθανόν μέσα στο διάστημα 1890-1893 να ευρίσκετο για κάποια χρόνια στην Αθήνα επειδή υπάρχει βεβαίωση με ημερομηνία 1898 της ιδιωτικής εμπορικής σχολής Αθηνών ότι παρακολούθησε τα μαθήματα της, θεωρητικά και πρακτικά διαρκώς και με ζήλο και εξετασθείς σε άπαντα τα μαθήματα έλαβε βαθμό άριστα. Δεν αναφέρεται όμως σ’ αυτήν η διάρκεια της φοίτησης, που μπορεί να ήταν και την διετία 1897-1899. πιθανότατα όμως να ήταν το 1890-1893 επειδή την 1-1-1894 διορίζεται λογιστής στην διοίκηση Σφακίων μέχρι τον Ιούνιο του 1895, θέση που προβλέπει ειδικευμένες γνώσεις λογιστικής, άρα πρέπει να είχε το πτυχίο και η βεβαίωση να εξεδόθη για άλλους λόγους αργότερα.
Το 1895 πάντως διορίζεται γραμματεύς του Ειρηνοδικείου Χανίων από την Τουρκική διοίκηση θέση την οποία κατείχε μέχρι το Φεβρουάριο του 1897. Με την εγκατάσταση του αρμοστή Κρήτης Πρίγκιπα ΓΕΩΡΓΙΟΥ, επαναδιορίζεται στην ίδια θέση το 1999 μέχρι το 1902.
Το 1902 αποδέχθηκε διορισμό ως ειδικός ταμίας του Ταμείου Κοινωφελών Πόρων, με οργανική θέση στην Νεάπολη Λασιθίου, αλλά τοποθέτηση προσωρινά στα κεντρικά στα Χανιά.
Από την θέση αυτή παραιτείται το 1903 με την λήξη της προσωρινής απόσπασης στα Χανιά, δίνει εξετάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας και λαμβάνει την άδεια του δικηγόρου στο ειρηνοδικείο Χανίων, ενώ στην συνέχεια σε εξετάσεις για συμβολαιογράφος εκρίθη επιτυχών.
Είναι άγνωστο προς το παρόν με τι ασχολήθηκε από το 1903 ως το 1910 μια σημαντικότατη εποχή για την Κρήτη και πρέπει να ερευνηθεί αυτό το διάστημα της ζωής του. Πιθανολογείται από ορισμένους ότι, αφού ανήκε στην ομάδα του Ελ. Βενιζέλου, ήταν ο σύνδεσμός του με την εκκλησία και εργαζόταν για αυτόν. Οι σχέσεις όμως του Βενιζέλου με την εκκλησία και τον Επίσκοπο θείο του φωτεινου ήταν στενές και φανερές και δεν υπήρχε φανερός λόγος τέτοιου συνδέσμου, εκτός και αν το επέβαλαν οι φανερά καλές σχέσεις του επισκόπου Νικηφόρου και με τον αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο, τον μεγάλο αντίπαλο του Βενιζέλου.
Το 1910 πάντως διορίζεται Γενικός Λογιστής Δημόσιας Ασφάλειας και Δημοσίων Έργων της Κρητικής Πολιτείας όπου παρέμεινε μέχρι το 1915.
Το 1913 απεβίωσε ο θείος και προστάτης του επίσκοπος Νικηφόρος και το 1915 τον ακολούθησε και η μητέρα του αδελφή του επισκόπου, οπότε και ο διαθέτης μας μπήκε στην κληρονομιά του θείου του, ως μοναδικός κληρονόμος της μητέρας του.
Το 1915 διατελών υπάλληλος της Κρητικής Πολιτείας, αφομοιώθηκε σύμφωνα με τον νόμο με τους υπάλληλους του παλαιού κράτους, και τοποθετήθηκε ως γραμματεύς Β’ τάξεως στην νομαρχία Αχαΐας και Ηλίδος, από όπου το 1918 μετετέθη αρχικά στην νομαρχία Ρεθύμνης <<μετ’ απολύτου ευαρέσκειας >> του Νομάρχου Αχαΐας και Ηλίδος. Μετά από ένα μήνα τοποθετείται από την γενική διοίκηση Κρήτης στην Νομαρχία Ηρακλείου για κάλυψη κενών θέσεων.
Το 1919 προάγεται σε γραμματέα Α’ τάξεως και μετατίθεται στην Χίο. Αρνείται και την προαγωγή και την μετάθεση, υποβιβάζεται πάλι σε γραμματέα Β’ και παραμένει στο Ηράκλειο.
Στις 14-9-21 με το Β.Δ. της 31-8-1921 απολύεται από την υπηρεσία, ως μη έχων τα τυπικά προσόντα για γραμματεύς Β’ τάξεως. Ενώ με το Β.Δ. 25-10-1922, επαναδιορίζεται στην ίδια θέση, και λαμβάνει και δίπλωμα τιμής από τον υπουργό εσωτερικών για την συμβολή του στην αρτιότερη οργάνωση και εκτέλεση της απογραφής πληθυσμού και βιομηχανιών του 1920.
Το 1924 προάγεται ξανά σε γραμματέα Α’ τάξεως στην νομαρχία Ηρακλείου και του ανετέθη η εφαρμογή στο Νομό του περί Δήμων και Κοινοτήτων νόμου που επεκτάθηκε και στην Κρήτη και εφαρμόστηκε από το 1925.
Με βάση τον νόμο αυτό ιδρύθηκε και η Κοινότητά μας στις 27/7/1927, αποσπασθείσα από τον δήμο Ψυχρού.
Στις 9-10-1926 προτείνεται και στις 15-12-1926 προάγεται σε εισηγητή στην Νομαρχία Ηρακλείου.
Την 1-10-1928 λαμβάνει δίπλωμα τιμής δια την προπαρασκευή και την εκτέλεση της απογραφής του πληθυσμού της 15-16 Μαΐου 1928.
Στις 6-7-1928 αναλαμβάνει καθήκοντα νομάρχου Λασιθίου για δύο μήνες σε αναπλήρωση του σε αναρρωτική άδεια Νομάρχη.
Στις 19-4-1929 του ανετέθη η προπαρασκευή και η εκτέλεση σε επίπεδο νομού Ηρακλείου των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών.
Στις 28-7-1932 του κοινοποιήθηκε η συνταξιοδότησή του λόγω ορίου ηλικίας, με αναγνωρισμένα 25 συντάξιμα χρόνια.
Είναι άγνωστο σε μας το πότε νυμφεύθηκε. Σύζυγός του ήταν η Βασιλική κόρη του ιερέως Ιωάννου Μαριακάκη, το γένος Ιωάννου Παπαδάκη από τα Χανιά, και δεν απέκτησαν παιδιά.
Κατά μαρτυρίες μη διασταυρωμένες εκτός από την επίσημη δουλειά του στην νομαρχία Ηρακλείου εργαζόταν και ως αρχιλογιστής σε σταφιδεργοστάσια, λαμβάνοντας αρκετά χρήματα, πληροφορίες όμως που δεν μπορούν σήμερα πια να διασταυρωθούν.
Πάντως αίτησή του στην νομαρχία Ηρακλείου το 1927 για ενίσχυσή του για να επισκευάσει το σπίτι του που είχε ζημιές από τον σεισμό απορρίφθηκε επειδή η επιτροπή με πρόεδρο τον τότε νομάρχη Εμμ. Λυδάκη, πήρε πληροφορίες ότι διαχειριζόταν 400.000 – 500.000 δρχ. πλέον των ακινήτων του και δεν μπορούσαν να τον ενισχύσουν. Ενδεικτικό της αξίας των χρημάτων την εποχή εκείνη είναι ότι το σημερινό οικόπεδο του κληροδοτήματος στο Ηράκλειο το είχε αγοράσει 50.000 δρχ.
Απεβίωσε δε την Παρασκευή 28 Μαΐου 1937 και ετάφη στην Πλάτη Λασιθίου ως είχε παραγγείλει την 29-5-1937. Δυστυχώς σήμερα ούτε ο τάφος του ούτε τα οστά του διατηρούνται, και εγώ προσωπικά γεννηθείς 11 χρόνια αργότερα δεν θυμάμαι σχετικό τάφο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από τη νόσο του πάρκινσον.
Ο διαθέτης μας εν ζωή ευεργέτησε πολύ το χωριό του και τους ανθρώπους του στα δύσκολα αυτά χρόνια, βοηθώντας τους να βρουν δουλειά και για να σπουδάσουν. Περισσότερο όμως βάρος έδιδε, στο να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του συνόλου του χωριού.
Από όσα προφορικά έχω πληροφορηθεί από την αδελφή του και γιαγιά μου φάρδυνε το δρόμο προς τον Μιχαήλ Αρχάγγελο και έκανε καλντηρίμι και κουτούτα για τα νερά, και έφτιαξε και καλντηρίμι προς την πάνω γειτονιά. Όλοι επίσης γνωρίζεται από τις επιγραφές στην βρύση του χωριού ότι ανακαινίσθηκε από αυτόν ένα χρόνο πριν πεθάνει το 1936.
Επειδή γνώριζε ότι το νερό του παπαδοκουτσούναρου δεν επαρκούσε για το χωριό συνέταξε την διαθήκη του για να το ενισχύσει. Έτσι με την διαθήκη του, άφησε στην γυναίκα του δύο οικόπεδα στον Πόρο, τα μετρητά του στην τράπεζα, την σύνταξη του βέβαια και το σπίτι τους στο κέντρο του Ηρακλείου για να μένει όσο ζει. Την υπόλοιπη περιουσία του δηλαδή : το σπίτι μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ένα μικρό γωνιακό μαγαζί στην αγορά του Ηρακλείου, Κόσμων και 1866, το οικόπεδο που σήμερα έχει αξιοποιηθεί στην Λεωφόρο Ακαδημίας, τότε αμπέλι οκτώ εργατών όπως αναφέρει το συμβόλαιο αγοράς του, ή 1506,7 μ2 καθαρό μετά τις ρυμοτομίες, όπως εμείς το παραλάβαμε, και το 1/6 εξ’ αδιανέμητου της κληρονομιάς στον Άγιο Ματθαίο Χανίων από τον θείο του επίσκοπο ΝΙΚΗΦΟΡΟ, και τις απαιτήσεις του από τρίτους, άφησε στο χωριό του για την εκτέλεση των σκοπών της διαθήκης του

Εμμ. Παπαχατζάκης.